ρυώδης

-ῶδες, Α
1. ρευστός
2. αυτός που ρέει ελεύθερα και με ορμή («σπέρμα πολὺ καὶ ῥυῶδες», Πλάτ.)
3. (για πυρετό) συνεχής και συχνός.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μηδενισμένη βαθμίδα ῥυF- τού ῥέω* + κατάλ. -ώδης (πρβλ. μυ-ώδης)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ῥυώδη — ῥυώδης running neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ῥυώδης running masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ῥυώδης running masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥυώδεις — ῥυώδης running masc/fem acc pl ῥυώδης running masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥυώδεες — ῥυώδης running masc/fem nom/voc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.